Στην προσπάθεια για την απλοποίηση και την εφαρμογή ενός απλούστερου και δικαιότερου φορολογικού συστήματος, καθιερώθηκε, με το νέο Κ.Φ.Ε. (Ν.4172/2013), αυτοτελής φορολόγηση για κάθε κατηγορία (πηγή) εισοδήματος και περιορισμός των φορολογικών κλιμάκων και των αντίστοιχων φορολογικών συντελεστών σε κάθε κατηγορία εισοδήματος. Όμως, η αντικατάσταση της μέχρι πρότινος εφαρμοζόμενης ενιαίας φορολογικής κλίμακας με τους οκτώ, συμπεριλαμβανομένου και του αφορολόγητου ορίου, φορολογικούς συντελεστές με περισσότερες, που σε κάθε μία από αυτές οι φορολογικοί συντελεστές δεν ξεπερνούν τους τρεις, κάθε άλλο παρά απλοποίηση είναι. Πολύ περισσότερο, η μείωση του αριθμού κλιμακίων και φορολογικών συντελεστών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαιότερο μέτρο και ο καθένας είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι, όσο λιγότερα είναι τα κλιμάκια και οι συντελεστές φορολογίας εισοδήματος, τόσο επαχθέστερο το μέτρο για τα χαμηλά οικονομικά στρώματα, αφού σε κάθε κλιμάκιο ομαδοποιούνται εισοδήματα με μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ τους.
Στο Κεφάλαιο Β΄ “Εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις” του νέου Κ.Φ.Ε. περιλαμβάνονται τα άρθρα 12 έως και 20, με τις διατάξεις των οποίων ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη μείωση του φόρου εισοδήματος.
Επειδή στις διατάξεις των άρθρων αυτών, με εξαίρεση το άρθρο 16, δεν γίνεται ρητή αναφορά στη μισθωτή εργασία και συντάξεις, και δεδομένου ότι ο φορολογικός νόμος δεν χωρεί διασταλτικής ερμηνείας, συνάγεται, κατ’ αρχήν ότι οι διατάξεις των άρθρων 17 έως και 20 ισχύουν για όλους του φορολογουμένους και όχι αποκλειστικά και μόνο για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους. Όμως, η ένταξη των άρθρων αυτών στο Κεφάλαιο Β΄, και λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των παρ. 2 έως και 4 του άρθρου 9 του προηγούμενου Κ.Φ.Ε. (Ν.2238/1994), όπως είχαν τροποποιηθεί αυτές με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.4110/2013, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μειωτικές του φόρου δαπάνες αφορούν μόνο μισθωτούς και συνταξιούχους.
Εφόσον, λοιπόν, συμβαίνει αυτό, το εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις θα απολαύει ιδιαίτερης φορολογικής μεταχείρισης, σε σχέση με τα εισοδήματα από άλλες κατηγορίες (επιχειρηματική δραστηριότητα).
Όμως, μια τέτοια αποκλειστικότητα, που κατά την άποψή μας συνιστά άδικη και προκλητική φορολογική διαφοροποίηση μεταξύ των φορολογουμένων, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση της φοροδιαφυγής, καθόσον ο μη μισθωτός - συνταξιούχος, που δεν δικαιούται τις εν λόγω μειώσεις του φόρου εισοδήματος, είναι πολύ πιθανό να μην προβάλλει αντίρρηση στη μη έκδοση του προβλεπόμενου από τον Κ.Φ.Α.Σ. παραστατικού.
Με δεδομένο ότι η φορολογική πολιτική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική, είναι γεγονός πως αδικία, φορολογική ή κοινωνική, δεν προκαλείται μόνον όταν επιβαρύνεται άμεσα κάποια κατηγορία φορολογουμένων, αλλά και όταν ορισμένοι ευνοούνται υπέρμετρα σε σχέση με τους υπολοίπους, οι οποίοι, εκ του λόγου αυτού, τίθενται σε δυσμενέστερη θέση. Η κατηγοριοποίηση των φορολογούμενων πολιτών είναι πέρα από κάθε κανόνα φορολογικού δικαίου.
Δεν ισχύουν από 01/01/2014 οι διατάξεις:
• Αναφορικά με τη δυνατότητα μεταφοράς των μειωτικών του φόρου δαπανών ή μέρους του ποσού αυτών στον άλλον σύζυγο, σε περιπτώσεις ανεπάρκειας εισοδήματος ή φόρου ενός των συζύγων(άρθρο 9 παρ. 6 Ν.2238/ 1994 και άρθρο 9 παρ. 5 Ν.4110/20113).
• Για την αύξηση του αφορολόγητου ορίου από 5.000 σε 9.000 ευρώ σε νέους ηλικίας έως και 30 ετών, σε συνταξιούχους άνω των 65 ετών και σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή συνταξιούχους ανεξαρτήτως ηλικίας με παιδιά με ειδικές ανάγκες, εφόσον το δηλωθέν εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, δεν υπερβαίνει τις 9.000 ευρώ. Σε περίπτωση που το εισόδημα των παραπάνω προσώπων υπερβαίνει τις 9.000, το ποσό του αναλογούντος φόρου περιορίζεται ώστε το καθαρό, μετά την αφαίρεση του φόρου εισόδημα, να μην υπολείπεται του ποσού των 9.000 ευρώ (άρθρο 9 παρ. 1 Ν.2238/1994).
• Για τη συλλογή αποδείξεων, προκειμένου να διατηρηθεί στο ακέραιο το αφορολόγητο ποσό(άρθρο 9 παρ. 1 Ν.2238/1994 και άρθρο 9 παρ. 2 Ν.4110/2013).
Αναμένεται σχετική απόφαση του Υπ. Οικονομικών για τη διάτα ξη αυτή.
• Περί κινήτρων ανάπτυξης μικρών νησιών του άρθρου 118 του Ν.2238/1994, όπου με τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 1 ορίζονταν ότι, για τα φυσικά πρόσωπα που κατοικούν μόνιμα σε νησιά με πληθυσμό, που σύμφωνα με την τελευταία απογραφή είναι κάτω από 3.100 κατοίκους, το αυξημένο αφορολόγητο πρώτο κλιμάκιο της φορολογικής κλίμακας της παρ. 1 του άρθρου 9, προκειμένου να υπολογιστεί ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημά τους, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 50%, χωρίς να απαιτούνται για την κάλυψη αυτής της προσαύξησης οι αποδείξεις των δαπανών της παρ. 1 του άρθρου 9 (Ν.2238/1994).
Πηγή e-forologia.gr
Στο Κεφάλαιο Β΄ “Εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις” του νέου Κ.Φ.Ε. περιλαμβάνονται τα άρθρα 12 έως και 20, με τις διατάξεις των οποίων ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη μείωση του φόρου εισοδήματος.
Επειδή στις διατάξεις των άρθρων αυτών, με εξαίρεση το άρθρο 16, δεν γίνεται ρητή αναφορά στη μισθωτή εργασία και συντάξεις, και δεδομένου ότι ο φορολογικός νόμος δεν χωρεί διασταλτικής ερμηνείας, συνάγεται, κατ’ αρχήν ότι οι διατάξεις των άρθρων 17 έως και 20 ισχύουν για όλους του φορολογουμένους και όχι αποκλειστικά και μόνο για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους. Όμως, η ένταξη των άρθρων αυτών στο Κεφάλαιο Β΄, και λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των παρ. 2 έως και 4 του άρθρου 9 του προηγούμενου Κ.Φ.Ε. (Ν.2238/1994), όπως είχαν τροποποιηθεί αυτές με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.4110/2013, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μειωτικές του φόρου δαπάνες αφορούν μόνο μισθωτούς και συνταξιούχους.
Εφόσον, λοιπόν, συμβαίνει αυτό, το εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις θα απολαύει ιδιαίτερης φορολογικής μεταχείρισης, σε σχέση με τα εισοδήματα από άλλες κατηγορίες (επιχειρηματική δραστηριότητα).
Όμως, μια τέτοια αποκλειστικότητα, που κατά την άποψή μας συνιστά άδικη και προκλητική φορολογική διαφοροποίηση μεταξύ των φορολογουμένων, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση της φοροδιαφυγής, καθόσον ο μη μισθωτός - συνταξιούχος, που δεν δικαιούται τις εν λόγω μειώσεις του φόρου εισοδήματος, είναι πολύ πιθανό να μην προβάλλει αντίρρηση στη μη έκδοση του προβλεπόμενου από τον Κ.Φ.Α.Σ. παραστατικού.
Με δεδομένο ότι η φορολογική πολιτική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική, είναι γεγονός πως αδικία, φορολογική ή κοινωνική, δεν προκαλείται μόνον όταν επιβαρύνεται άμεσα κάποια κατηγορία φορολογουμένων, αλλά και όταν ορισμένοι ευνοούνται υπέρμετρα σε σχέση με τους υπολοίπους, οι οποίοι, εκ του λόγου αυτού, τίθενται σε δυσμενέστερη θέση. Η κατηγοριοποίηση των φορολογούμενων πολιτών είναι πέρα από κάθε κανόνα φορολογικού δικαίου.
Δεν ισχύουν από 01/01/2014 οι διατάξεις:
• Αναφορικά με τη δυνατότητα μεταφοράς των μειωτικών του φόρου δαπανών ή μέρους του ποσού αυτών στον άλλον σύζυγο, σε περιπτώσεις ανεπάρκειας εισοδήματος ή φόρου ενός των συζύγων(άρθρο 9 παρ. 6 Ν.2238/ 1994 και άρθρο 9 παρ. 5 Ν.4110/20113).
• Για την αύξηση του αφορολόγητου ορίου από 5.000 σε 9.000 ευρώ σε νέους ηλικίας έως και 30 ετών, σε συνταξιούχους άνω των 65 ετών και σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή συνταξιούχους ανεξαρτήτως ηλικίας με παιδιά με ειδικές ανάγκες, εφόσον το δηλωθέν εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, δεν υπερβαίνει τις 9.000 ευρώ. Σε περίπτωση που το εισόδημα των παραπάνω προσώπων υπερβαίνει τις 9.000, το ποσό του αναλογούντος φόρου περιορίζεται ώστε το καθαρό, μετά την αφαίρεση του φόρου εισόδημα, να μην υπολείπεται του ποσού των 9.000 ευρώ (άρθρο 9 παρ. 1 Ν.2238/1994).
• Για τη συλλογή αποδείξεων, προκειμένου να διατηρηθεί στο ακέραιο το αφορολόγητο ποσό(άρθρο 9 παρ. 1 Ν.2238/1994 και άρθρο 9 παρ. 2 Ν.4110/2013).
Αναμένεται σχετική απόφαση του Υπ. Οικονομικών για τη διάτα ξη αυτή.
• Περί κινήτρων ανάπτυξης μικρών νησιών του άρθρου 118 του Ν.2238/1994, όπου με τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 1 ορίζονταν ότι, για τα φυσικά πρόσωπα που κατοικούν μόνιμα σε νησιά με πληθυσμό, που σύμφωνα με την τελευταία απογραφή είναι κάτω από 3.100 κατοίκους, το αυξημένο αφορολόγητο πρώτο κλιμάκιο της φορολογικής κλίμακας της παρ. 1 του άρθρου 9, προκειμένου να υπολογιστεί ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημά τους, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 50%, χωρίς να απαιτούνται για την κάλυψη αυτής της προσαύξησης οι αποδείξεις των δαπανών της παρ. 1 του άρθρου 9 (Ν.2238/1994).
Πηγή e-forologia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου